1821 Digital Gallery
Σταύρος Θεοδωράκης
ΤΕΥΧΟΣ 343

Τα χρώματα της λογοτεχνίας: Κοινωνία

Η A.V. «έβαψε» τα βιβλία με χρώματα…
Σταύρος Θεοδωράκης

ΚΟΙΝΩΝΙΑ 

Σταύρος Θεοδωράκης Δικοί του άνθρωποι 

Στον Σταύρο πάντα άρεσαν οι ιστορίες. Λυπημένες, χαρούμενες, παράξενες ιστορίες, δεν είχε σημασία. Χρόνια τον ακούω να τις διηγείται ιδιωτικά ή δημόσια. Τώρα τις διαβάζω κιόλας σε ένα βιβλίο συγκινητικό. Το «Οι άνθρωποί μου» (εκδ. Ποταμός) είναι οι ιστορίες 63 ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Διαβάστε το και σαν «οδηγό επιβίωσης». 

Γράφεις συχνά γι’ αυτούς που υποφέρουν. Τι σε τραβάει σε αυτούς;  Το λέει κάπου ο Αντόνιο Πόρτσια: «Μπορώ να μην κοιτάζω τα άνθη, αλλά όχι όταν κανένας δεν τα κοιτά».

Σχετικα
Γιατί δεν προτιμούμε πλέον να συνυπάρχουμε με άλλους;
Γιατί δεν προτιμούμε πλέον να συνυπάρχουμε με άλλους;

Ποιος σε ενέπνευσε να ασχοληθείς με αυτού του είδους την κοινωνική δημοσιογραφία; Πιθανόν τα παιδικά μου χρόνια. Μεγάλωσα στην Αγία Βαρβάρα στο Αιγάλεω και τα απογεύματα βοηθούσα τον πατέρα μου που πουλούσε κουλούρια στα δικαστήρια. 

Δημοσιογραφική δεοντολογία vs ένα «αποκλειστικό». Ποιο κερδίζει; Οι δικές μου αρχές είναι πάνω και από τους «κώδικες δεοντολογίας» και τα «αποκλειστικά». 

Πώς αποφασίζεις ποια πρόσωπα θα συναντήσεις; Συνήθως, πρώτα εντοπίζουμε το θέμα και μετά τους ήρωές του. Οι συνεργάτες μου κάνουν μια διεξοδική έρευνα, ξεσκαρτάρουμε μαζί τα πρόσωπα, και την τελική επιλογή την κάνω συμβουλευόμενος το ένστικτό μου. 

Σχετικα
H νέα γενιά Eλλήνων λογοτεχνών διεκδικεί φανατικούς αναγνώστες
H νέα γενιά Eλλήνων λογοτεχνών διεκδικεί φανατικούς αναγνώστες

Η προσέγγισή σου αλλάζει όταν βρίσκεσαι απέναντι σε διαφορετικά πρόσωπα – έναν πολιτικό, ένα σταρ ή έναν απόκληρο; Όλους θα τους ακουμπήσω και στην αρχή θα τους πω κάτι προσωπικό. Μια συμβουλή ή μια παρατήρηση. Με τους απόκληρους είμαι πιο φιλικός. Ποτέ ας πούμε δεν ανοίγουμε τις κάμερες αν δεν τους ρωτήσουμε. Τους φερόμαστε σαν να είναι άρχοντες, όχι απόκληροι. 

Έχεις αντιμετωπίσει αρνητικές αντιδράσεις μετά τη δημοσίευση μιας συνέντευξης; Από τους ίδιους τους συνεντευξιαζόμενους όχι. Καμιά φορά μπορεί να αντιδράσει κάποιος συγγενείς ή κάποιος «προστάτης» τους. 

Έχεις δουλέψει σε περιοδικά όπως τα ΚΛΙΚ, ΜΕΝ, αλλά και σε συντηρητικές εφημερίδες. Αλλάζει ο τρόπος που προσεγγίζεις το θέμα σου ή τα πρόσωπα; Εγώ ωριμάζω με τον καιρό. Δεν είναι ίδιος ο Σταύρος του ΚΛΙΚ με τον Σταύρο του Protagon.gr.  Ο πυρήνας μου πάντως παραμένει ο ίδιος. 

Μπορείς να μοιραστείς μαζί μας ένα μυστικό που δεν έγραψες; Μου έχει συμβεί να χάσω την κασέτα με συνέντευξη κορυφαίου πολιτικού και να τη γράψω από το μυαλό μου. Αγωνιούσα, αλλά μόλις δημοσιεύθηκε με συνεχάρη.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη συνέντευξη που έχεις πάρει; Του αναρχικού στα Δεκεμβριανά και των μοναχών στο Άγιο Όρος και στα γυναικεία μοναστήρια. Ήθελα να σεβαστώ την πίστη τους, αλλά ήθελα και να τους «κολάσω». 

Ποιον θα ήθελες να συναντήσεις που σε έχει απορρίψει; Δεν με απορρίπτουν συχνά. Α, θυμήθηκα έναν. Ο Θέμελης, αν και φίλος, δεν μου έχει δώσει ποτέ μια μεγάλη συνέντευξη. Και ο Αρκάς επίσης μου έχει αρνηθεί αν και του έχω ζητήσει. 

Σε ποιο σημείο της Αθήνας θα σύστηνες σε κάποιον να διαβάσει το βιβλίο σου; Στη Ζήνωνος σε μια στάση λεωφορείου, στον Βασιλικό κήπο, στο Δίπορτο πίσω από την αγορά στην πλατεία Θεάτρου, στα σκαλοπάτια της Νεάπολης με «θέα» τα Εξάρχεια. Το βιβλίο έχει πολλές μικρές ιστορίες άρα μπορεί να το έχει κανείς μαζί του πέντε-δέκα μέρες και να διαβάζει πού και πού και από μια ιστορία. 

Ποιος είναι ο δικός σου «πρωταγωνιστής»;  Αυτή την εποχή; Οι φυλακισμένοι ανήλικοι του Αυλώνα. Έχω ακόμη τις ιστορίες τους στο μυαλό μου. Η εκπομπή θα παιχτεί τέλη Μαΐου. 

Υπάρχει στιγμή που ένιωσες απίστευτη αμηχανία με κάποιον από τους πρωταγωνιστές σου; Μια φορά στο πάρκο του Ευαγγελισμού συνάντησα έναν άστεγο. Μου είπε ότι είναι συγγενής μου, μου έδειξε και μια τσαλακωμένη ταυτότητα. Είχαμε το ίδιο επώνυμο. Σάστισα. Δώσαμε ραντεβού την επόμενη μέρα αλλά δεν ήρθε. Ακόμη τον ψάχνω. 

Με ποιον συνάντησες τη μεγαλύτερη δυσκολία να τον πείσεις να μιλήσει; Η Κούνεβα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Την επισκέφθηκα στο νοσοκομείο. Τότε δεν έβλεπε. Πέρασα αρκετές φορές και κάναμε πολλές συζητήσεις πριν τελικά η ίδια αποφασίσει να με εμπιστευτεί. 

Ποια, κατά τη γνώμη σου, είναι η καλύτερη σελίδα του βιβλίου; Μαργαρίτα Καραπάνου, Γρηγόρης Παπαδόπουλος (ο διπλωμάτης που επέζησε στο Φάλκον), Ναταλία η πόρνη και ο νεκροθάφτης Κουρτάρας είναι τέσσερις ιστορίες για τις οποίες έχω ακούσει πολλά σχόλια.  Εμένα με συγκινούν οι 128-138.  

Ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι δημοσιογράφος στο MEGA, στα Νέα και το Protagon.gr


n

Μουσική στο προσκέφαλό μου 

Η μεταφράστρια Νίκη Σταυρίδη του βιβλίου τού Κιουρσάτ Μπασάρ (εκδ. Πατάκη) μιλάει για το βιβλίο που μετάφρασε:

«Η πραγματική ιστορία στην οποία βασίζεται το βιβλίο είναι περίπου γνωστή στην Τουρκία, επειδή η εποχή στην οποία συμβαίνει κατέληξε σ’ ένα μείζον ιστορικό γεγονός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, που συνοδεύτηκε από την καταδίκη σε θάνατο των βασικών στελεχών της μέχρι τότε κυβέρνησης και την αλλαγή του Συντάγματος της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, στο μυθιστόρημα τα  ιστορικά γεγονότα αναφέρονται μόνο περιγραμματικά και πολλά από αυτά είναι υπόρρητα. Η ουσία –και η γοητεία– του βιβλίου βρίσκεται στο γεγονός ότι το κεντρικό πρόσωπο και αφηγήτρια είναι μια νέα γυναίκα 20 με 25 χρόνων, θεωρητικά άσχετη από την πολιτική. Είναι αρετή και στοίχημα, μάλλον, του συγγραφέα ότι καταφέρνει να μπει στο πετσί της και να κοιτάξει τον κόσμο μέσα απ’ τα μάτια της. Ο Κιουρσάτ Μπασάρ κεντράροντας στο πρόσωπο της, ανώνυμης μέχρι το τέλος, ηρωίδας, κάνει ορατή την ύπαρξη μιας γυναίκας που, στην αληθινή ζωή, υπήρξε βασικά αόρατη και κρυφή, αφού ήταν η ερωμένη ενός σημαντικού πολιτικού προσώπου. Εδώ διαβάζουμε τη σκοπιά του στοχαστικού τρελοκόριτσου που δεν διστάζει –ίσα ίσα διψάει – να γνωρίσει τον κόσμο και να ζήσει με συγκινήσεις, στο μέτρο που της δίνεται η δυνατότητα στις συνθήκες της Τουρκίας τη δεκαετία του 1950. Η αφήγησή “της” είναι ένα κράμα από διήγηση γεγονότων και αναστοχασμό, όπου εμπλέκει και τον αναγνώστη/την αναγνώστρια με τα πολλά ρητορικά και άλλα ερωτήματα και τον πληθυντικό με τον οποίο μας απευθύνεται, σ’ ένα είδος διαλόγου που κρατάει μαζί μας σ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. H ιστορία της γοητείας είναι, νομίζω, το βασικό συστατικό αυτού του μυθιστορήματος, που συνοδεύεται και από τις μεταβάσεις σε κλασικούς προορισμούς ερωτευμένων, όπως το Παρίσι και η Βενετία, αλλά και η παραλία του Μαρμαρά στην Κωνσταντινούπολη. Όμως το “Μουσική στο προσκέφαλό μου” είναι επίσης πλούσιο σε αναφορές, σε μικρές και μεγαλύτερες λεπτομέρειες της κοινωνικής ζωής της εποχής εκείνης και όχι μόνο της Τουρκίας. Ως μεταφράστρια και κατά κάποιον τρόπο πρώτη αναγνώστριά του θεώρησα ευτύχημα το ότι το είχα στα χέρια μου». 


n

Πάνος Λάμπρου

Ο συγγραφέας του βιβλίου «Η ΑΝΤΖΕΛΑ, Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΙ ΕΓΩ» (εικονογρ. Μυρτώ Βρανά, εκδ. Δωδώνη)

Ο Πάνος Λάμπρος με σπουδές στην Ανωτάτη Εμπορική, πριν το τελευταίο του βιβλίο «Η Άντζελα, ο διάβολος κι εγώ», έχει γράψει το βιβλίο «Έρωτας στη σελήνη» (με 2 νουβέλες), τα διηγήματα κάτω από τον τίτλο «Μετασυμπατική Αρμονία» και 3 συλλογές ποιημάτων. Έχει πάρει το 1ο βραβείο Διεθνούς Ακαδημίας Παρισίων, το κύπελλο Lutece, το 1ο βραβείο ενώσεων λογοτεχνών και το 1ο βραβείο Π.Ε.Λ.

Πώς και πότε αρχίσατε να γράφετε; Από πολύ νεαρή ηλικία. Όταν μου γεννήθηκαν τα ερωτήματα για τη δημιουργία του κόσμου. Αν και το πρώτο μου ερώτημα, η πρώτη μου απορία, ήταν γιατί με κοιτούσαν όλοι με μισό μάτι. Βλέπετε, ο πατέρας μου ήταν ακροδεξιός, απόγονος του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Λάμπρου, η δε μητέρα μου ακροαριστερή, αδελφή του μουσικοσυνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου. Παρ’ όλα αυτά παντρεύτηκαν. Έτσι, με κοιτούσαν στο δρόμο και ο ένας έλεγε «Να, ο γιος της κουμμούνας» και ο άλλος «Να, ο γιος του φασίστα». 


n

Αλέξης Σταμάτης Μέρα εκλογών

Ο Πέτρος, ένας μεσήλικας δημοσιογράφος ο οποίος πενθεί για χρόνια την πεθαμένη γυναίκα του, συναντά τον Βασίλη, ένα 19χρονο πιτσιρικά, την Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009, ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Μαζί θα εμπλακούν σε μια άγρια περιπέτεια που θα διαρκέσει μία μέρα: ένα ταξίδι στα πολύ σκοτεινά του παρελθόντος, μια κόντρα με τις σιγουριές, ένα τετ α τετ με την επιθυμία, μια βουτιά στα βαθιά που αντανακλά και την επερχόμενη κρίση. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη «Κυριακή» είναι ένα υπαρξιακό «εκλογικό» τριπ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Της Αγγελικής Μπιρμπίλη

Πώς εμπνεύστηκες τον ήρωα της «Κυριακής», τον 19χρονο Βασίλη; Πολύ απλά: παρατηρώντας τη ζωή. Γνώρισα κάπου ένα παιδί 19 χρονών. Από εκείνα που μιλάνε με λίγες φράσεις, τίγκα στην αργκό. «Έλα, ρε χόμο», «πήγα άλλη πίστα»…  Αυτό μόνο του δεν λέει τίποτα. Έτσι κι αλλιώς η γλώσσα δεν είναι παρά ένας τεχνητός εξοπλισμός, ένα εξωτερικό εργαλείο. Εκείνο που με ιντρίγκαρε ήταν το τι θα συνέβαινε στο μυαλό του πιτσιρικά. Με πόσες χιλιάδες «λέξεις» θα σκεφτόταν και πώς θα εκφραζόταν εκεί... Γιατί εκεί, στο νου, δεν «μιλά» μόνο ο ίδιος, «μιλά» και ο κόσμος ολόκληρος. Και είπα, τι θα γινόταν άραγε άμα έβαζα μια «αφηγηματική» κάμερα στο νου του; Την έβαλα. Προέκυψαν πολλά και αναπάντεχα. Ήταν μια μεγάλη έκπληξη ακόμα και για μένα που το έγραφα. Ο Βασίλης είχε να «πει» πολλά, πάρα πολλά.

Γιατί επέλεξες αυτή τη συγκεκριμένη μέρα; Ήθελα το βιβλίο να εκτυλίσσεται μέσα σε 24 ώρες και να μιλάει για το σήμερα. Είμαστε λοιπόν στην Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009: ημέρα των βουλευτικών εκλογών. Η συγκεκριμένη μέρα σημασιοδοτεί μια καμπή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά και όσα συνέβησαν τότε κουβαλούσαν και πολύ μυθιστορηματικό φορτίο από μόνα τους. Αυτό που ένιωσα εκείνο το πρωί ήταν μια αίσθηση επικείμενης τραγωδίας. Μια αίσθηση που εντάθηκε με το που έκλεισαν οι κάλπες.

Είναι πολιτικό το βιβλίο; Στην «Κυριακή» η πολιτική είναι πανταχού παρούσα, άλλα στο παρασκήνιο. Στο φως βρίσκονται τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες. Οι πράξεις τους είναι που ορίζουν τα πράγματα. Τριγύρω τους τρέχουν εξελίξεις που επηρέασαν και θα επηρεάζουν τις ζωές όλων μας. Νικητές, ηττημένοι, κόμματα, σημαιάκια, δηλώσεις, έξιτ πολ και τηλεοπτικά παράθυρα δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό φόντο που αντιπαρατίθεται στην άγρια πραγματικότητα της ζωής. Εκείνο που με ενδιέφερε στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι η ιστορία δυο ανθρώπων που θα εμπλακούν σε κάτι που φαινομενικά τούς ξεπερνά. Τα αποτελέσματα της πραγματικής «Κυριακής» 4/10/09 είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα. Όταν άρχισα να γράφω το βιβλίο δεν ήξερα πού θα καταλήγαμε, κι έτσι μου φαίνεται ακόμα παράξενο, σχεδόν ανατριχιαστικό, πως αν φωτίσει κανείς το μύθο του βιβλίου από μια πλευρά, πρόκειται για μια αλληγορία του Δανεισμού.

Υπάρχει μια στροφή στο γλωσσικό σου ύφος, ρε μαν, πώς προέκυψε; Ναι, υπάρχει ένας πιο υπαινικτικός και, ταυτόχρονα, πιο προφορικός λόγος. Κι επειδή ο λόγος οδηγεί, είναι μια μικρή στροφή προς μια λίγο διαφορετική πεζογραφία, μια μετακίνησή μου σ’ ένα άλλο τοπίο – σε άλλη «πίστα», όπως θα ’λεγε ο Βασίλης. Όσο για την αφήγηση, άφησα τα πράγματα να λειτουργήσουν ελεύθερα, δεν ήξερα απόλυτα το τι θα συμβεί, άλλα, «τόσο, όσο». Κι ο ρυθμός, το μπιτ του βιβλίου, γεννήθηκε μόνος του. Τζαζίστικα σχεδόν. Αλλά με τον αλγόριθμο της γραφής από πίσω.

Στην «Κυριακή» υπάρχουν πολλαπλές αναφορές στην Αθήνα. Πώς τη βλέπεις σήμερα; Το αθηναϊκό τοπίο είναι ένας πληγωμένος, άλλα ταυτόχρονα, ένας πολύ ενδιαφέρων χώρος. Η Αθήνα είναι μια πόλη, εντέλει, ειλικρινής. Δεν ποζάρει, δεν καμώνεται κάτι άλλο. Δεν υποδύεται τίποτα παρά αυτό που είναι. Και σήμερα είναι μια ανοιχτή πληγή. Όλα τα δεινά άλλα και τα καλά της χώρας είναι αποτυπωμένα πάνω της. Αλλά δεν είναι απλά ένα τοπίο. Μιλάει. Η πόλη αυτή μιλάει κι αφήνει πίσω της ένα περίσσευμα σημασιών να αιωρείται παντού, στους δρόμους, στα κτίρια, στους ακάλυπτους. Αν ήμουν πολιτικός θα τη μελετούσα. Είναι το ακαριαίο αποτύπωμα των πάντων. Και παίζει σε όλες τις «πίστες», από άλγεβρα μέχρι φωτιά. Τα λέει όλα η πόλη, αλλά ποιος την ακούει.

image


n

Δημήτρης Χαλαζωνίτης

Μια σφαίρα λέει πάντα την αλήθεια. Όπως και η ποίηση. Η A.V. δέχτηκε μια σφαίρα στην καρδιά…

Γιατί «Σφαίρες» το τελευταίο βιβλίο; Ήθελα λίγα λόγια. Και επιθυμούσα να καρφώνονται σαν σφαίρες. Βλέπεις, όπως λέει και το οπισθόφυλλο: «Πάρτε σφαίρες μαζί σας. Το μέλλον είναι πόλεμος». Οι δικές μου σφαίρες είναι αυτές: oι λέξεις.

Τυπωμένο βιβλίο ή ηλεκτρονική ανάγνωση; Και τα δύο. Ο έρωτας όμως παραμένει ακόμα στο βιβλίο, γιατί λειτουργούν και οι άλλες δύο αισθήσεις. Μου αρέσει να χαϊδεύω το χαρτί, να μυρίζω τις σελίδες.

Ποίηση ή πεζός λόγος; Ακόμα ποίηση. Ίσως γιατί σε αντίθεση με το μυθιστόρημα ή το δοκιμιακό-φιλοσοφικό λόγο (μην παρεξηγηθούμε, λατρεύω και τα δύο), χρειάζεται πολύ λίγες, τις λίγες εκείνες ιδιαίτερες λέξεις που ελευθερώνουν όλες τις λέξεις, όλες τις εικόνες του αναγνώστη. Είναι πολύ προκλητικό. Και όταν το καταφέρνεις υπέροχο!

Καταραμένος ποιητής ή στρατευμένος διανοούμενος κατά Σαρτρ; Αν πιστεύεις ότι το ένα αποκλείει το άλλο (εγώ δεν το πιστεύω), τότε να σου κάνω εγώ μια ερώτηση: στις μέρες μας, πόσο άφλεκτος, πόση πυροπροστασία μπορεί να έχει ο Εγωισμός όταν όλα τριγύρω του καίγονται; Εν πάση περιπτώσει και στους δύο να μου επιτρέψεις να επιθυμώ κοινό παρανομαστή ένα στίχο από τις «Σφαίρες»: «Nα φλογίζεται το πάθος. Μέχρι του σημείου τήξης της αμαρτίας».

image «Σφαίρες», εκδ. Θεμέλιο, σχεδ. Γιάννης Κουρούδης (Κ2DESIGN)

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5