Μίλα μου βρώμικα 369

Καλή μου, Μυρτώ, σχετικά με τις άκαρπες εκτός λεκανοπεδίου διαδρομές που ανέφεραν κάποιοι φίλοι σε προηγούμενα τεύχη, θα ήθελα να πω για την περίπτωση κάποιου (πολύ) γνωστού μου (μην καρφωνόμαστε...) που πριν λίγα χρόνια, στα 50τόσα του, ανήμερα Αγίου Βαλεντίνου, μέρα Τετάρτη, την κοπάνησε από τη δουλειά και ανέβηκε Σαλονίκη με το αμάξι του, μετά από 2,5 ώρες ύπνου λόγω έντασης, μόνο και μόνο για να δώσει μια ανθοδέσμη σε κάποια προκομμένη που το πάλευε, πενηντάρα, που είχαν ξαναβρεθεί 1-2 φορές (αναίμακτα...), που την ενημέρωσε από τα Τέμπη –ώστε τι μπρος τι πίσω, ίδια απόσταση– που αγόρασε εκεί την ανθοδέσμη με μια ντουζίνα τριαντάφυλλα, την έδωσε, έμεινε 20 λεπτά, χτύπησε μια bar salad κι έναν καφέ στα τοπικά Γκούντις και πήρε το δρόμο της επιστροφής, που δυο φορές σταμάτησε για ολιγόλεπτο υπνάκο σε πάρκινκ της Εθνικής επειδή, άνευ προφανούς λόγου, έβλεπε την μπαριέρα να τον πλησιάζει επικίνδυνα, που έφαγε κλήση στον Πλαταμώνα και που γύρισε ψόφιος βράδυ στο σπίτι και που ακόμα και τώρα ούτε στιγμή δεν μετάνιωσε γι’ αυτό που έκανε (μαλακία, δεν λέω...) επειδή το πίστευε και ίσως βασικά το έκανε για τον εαυτό του και γι’ αυτά που ένιωθε, ασχέτως κατάληξης. Κι επειδή, όπως έλεγε και ο ταχυδρόμος του «Il Postino» στον Νερούντα, «η ποίηση δεν είναι γι’ αυτούς που τη γράφουν αλλά γι’ αυτούς που την έχουν ανάγκη». Σε φιλώ - ο πενηντά-αρης (για όσο ακόμα...)

Αγαπητέ φίλε, επειδή θυμάμαι την ιστορία με την οποία συγκρίνετε τη δική σας, θα μου επιτρέψετε να τις διαχωρίσω. Αυτό που περιγράφετε εσείς έχει μέσα έρωτα, πάθος, τρέλα, διεκδίκηση και το άλλο έχει ξενερωτικό σερφάρισμα, βαρετό facebook, γκομενιλίκι κατά τύχη και, τέλος πάντων, το ένα με εμπνέει και το άλλο όχι.

»Η γιαγιά μου μού είχε πει κάποτε: «Κορίτσι μου, αν ένας άντρας θέλει μια γυναίκα, τη θέλει και γυμνή στο δρόμο» (για το αν το εννοούσε μεταφορικώς ή κυριολεκτικώς –ή και τα δύο– θα πρέπει μάλλον να την ξαναρωτήσω). Και αναλογίζομαι, πώς εν μέσω οικονομικής αφραγκίας μπορείς να νιώσεις, «ματαιόδοξα μεν, γαμιστικά δε», έτοιμη να πάρεις... τους δρόμους; Γιατί τέτοιοι οδοί να θέλουν sex-shopική αναβάθμιση, κατά συρροή –ανασφαλείς και καλά– επιδρομές σε Hondos center, μάσκες με έλαια «φιστικοσυκιάς», γκαρνταρόμπα € 100 plus και άλλα τέτοια «υλιστικά»... για να νιώσεις «γυναίκα ξανά»; Εξάλλου από γυμνισμό, με τα νέα μέτρα, καταλήγουμε ούτως ή άλλως σε εθνικό πλεόνασμα, οπότε τίθεται σε άμεση απειλή το ποιοτικό αμπαλάζ της θηλυκής υπο-βάσταξης! Πόσες συμβιβαστικές θυσίες πια για τις φούντες του τσολιά;
Υ.Γ.1 Ναι, υπάρχει το «chip+sic(k)», αλλά πόσο να αντέξεις το «μακαρόνια κάθε μέρα, τι ωραία, τι ωραία»; Άσε που το κράμα φαντασίας + μυαλού έχει καεί μπροστά στη σουρεαλιστική χαλάουα των ημερών!
Υ.Γ.2 Και πλέον με οικονομικό γκουρού στην πρωθυπουργία; Τςς, καθόλου θες-φάτο καπιταλιστικά, βρε αδερφέ! - Μάτσα-μούτσα

Εμένα η γιαγιά μου μού ’χε πει κάποτε: «You can do all you can, say I am what I am
But first be a woman... oh oh oh oh».

Υ.Γ. Ή περίπου έτσι…
   
»Είμαι απλά τρελή. Τρελή για αυτό τον άνθρωπο. Τρελή με τον τρόπο που ανάβει το τσιγάρο του, με τον τρόπο που χαμογελάει ή συνοφρυώνεται, με τον τρόπο που βγάζει τα ρούχα του για να πέσει στο κρεβάτι μαζί μου, με τον τρόπο που αρνείται όταν δεν θέλει κάτι και με τον τρόπο που λέει «ναι» όταν του τηλεφωνώ και του λέω «μπορείς να συναντηθούμε έστω για πέντε λεπτά στο πάρκινγκ κάτω από τα γραφεία μας;». Είμαι τρελή έξι χρόνια για εκείνον, τρία από τότε που τον γνώρισα και τρία που είμαστε μαζί, παράνομα, χωρίς μέλλον, με δανεικό παρόν, με οικογένειες και οι δυο μας, με παιδιά και συζύγους, με άλλες ζωές, με καμία προοπτική. Δεν σου γράφω, Μυρτώ, για να σου πω ότι έχω κάποιο πρόβλημα, σου γράφω μόνο για να σου πω ότι είμαι τρελή. Φιλιά πολλά, τις καλύτερες ευχές μου για το χειμώνα που έρχεται.

Τα φοβάμαι λίγο αυτά τα κινηματογραφικά, αλλά έχω και ωροσκόπο Ιχθείς και, όπως καταλαβαίνετε, η ζημιά έχει ήδη γίνει από τους πλανήτες. Ως εκ τούτου, την ευχή μου. 

Υ.Γ. «…οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μια και μόνη στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα, αλλά που καίγονται, καίγονται, όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα και στη μέση, βλέπουμε το μπλε φως του πυρήνα τους να σκάει κι ο καθένας κάνει: “Αααα!”». Τζακ Κέρουακ