Visual Browsing

5 ερωτήματα για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Μια σύγχρονη πρόταση στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης με δημοκρατικό πρόσημο

Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (Ε.Κ.Ε.) είναι εδώ και αρκετά χρόνια μια δραστηριότητα των επιχειρήσεων στο χώρο της κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης, σε διαφορετικούς, μεταξύ τους, τομείς, που καλύπτουν δράσεις από την προστασία του περιβάλλοντος, έως την πρόληψη στους τομείς της υγείας. Αφορά στη συμβολή των επιχειρήσεων, πάσης φύσεως, στο κοινωνικό γίγνεσθαι με όρους αντι-κέρδους, ωστόσο όμως σίγουρα, με γνώμονα το μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο κέρδος σε ανθρωπιστικό επίπεδο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Τελικά στην καλυτέρευση των όρων της ζωής τόσο για τον πλανήτη όσο και για μεγάλες κοινωνικές ομάδες που έχουν ανάγκη στήριξης.

Με το συγκεκριμένο σημείωμα, θα ήθελα απλά να επισημάνω την πολιτική διάσταση του συγκεκριμένου πολύπλευρου φαινομένου, το οποίο ολοένα και περισσότερο αναπτύσσεται, και στη χώρα μας, εμπεριέχοντας οπωσδήποτε τρεις βασικές διαστάσεις: πολιτική, οικονομική, κοινωνική. Είναι επίσης γνωστό ότι στην αρχαία Αθήνα, οι πλούσιοι γαιοκτήμονες ήταν υποχρεωμένοι από την πολιτεία, μέσω των χορηγιών, να στηρίζουν μ’ ένα συγκεκριμένο ποσοστό επί της περιουσίας τους το κράτος.

Ένα από τα βασικά προβλήματα που ανέδειξε η κοινωνικοοικονομική κρίση στη χώρα μας και το οποίο χρίζει άμεσης μεταρρύθμισης είναι η λάθος εκμετάλλευση του ανθρώπινου δυναμικού, των δυνάμεων παραγωγής. Το λάθος δεν εντοπίζεται μόνο στην υπερτροφική διόγκωση κάποιων τομέων, π.χ. δημόσιο ή αυτοαπασχολούμενοι, δηλαδή στον υπερβολικό αριθμό εργαζομένων στους συγκεκριμένους τομείς, αλλά και στο «χτίσιμο» μέσα σ’ αυτούς τους χώρους συγκεκριμένων νοοτροπιών, π.χ. γραφειοκρατία, διαπλοκή, φοροδιαφυγή, απουσία κοινωνικής συνείδησης, κλπ. Φυσικά όλα αυτά «χτίζουν» αντιαναπτυξιακές προοπτικές ή στρεβλές αναπτυξιακές δομές, αντιδημοκρατικές συνειδήσεις, αλλά κυρίως «εμφύλιες» αντιπαραθέσεις συντεχνιακού επιπέδου. Δεδομένου μάλιστα ότι ιδεολογικοποιούνται, οι ρήξεις διευρύνονται όπως φυσικά ο ατομικός και ο κοινωνικός διχασμός. Όλα αυτά όμως έχουν ένα βαθύτερο αντίκτυπο στην υπόσταση μας ως κράτος και κυρίως ως κράτος δικαίου.  

Σήμερα λοιπόν, τίθεται αυτό το ζήτημα, ως μια παράμετρος για το προς τα πού και για το πώς της αναδιάρθρωσης τόσο της οικονομίας όσο και της κρατικής μηχανής, αλλά ως κάποιο σημείο και της ίδιας της κοινωνίας. Όμως αυτό που παρατηρούμε, από μεριάς της κυβέρνησης, είναι μια παρατεταμένη και επαναλαμβανόμενη αφασία ή ένα βαθύ «αλλοπροσαλογισμό». Παρατηρούμε βασικά είτε μια μεγάλη ακινησία είτε αντικρουόμενες θέσεις και προτάσεις, όπου τελικά η μια ακυρώνει την άλλη, και όπου σε οποιοδήποτε επίπεδο δεν μπορούμε να πούμε ότι μια οικονομική τάξη ευνοείται έναντι κάποιας άλλης, εκτός φυσικά των κραυγαλέων περιπτώσεων σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων. Ακόμη περισσότερο παρατηρούμε μια βαθιά κρίση των θεσμών η οποία κάνει να κλυδωνίζονται τα θεμέλια της δημοκρατίας, αφού αντί για μια οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική διάθεση βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρατεταμένη υποβάθμιση του δημόσιου τομέα και αντίστοιχα σε μια ανεξέλεγκτη ασυδοσία στον ιδιωτικό.  

Τίθενται λοιπόν μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα τα οποία χρίζουν άμεσων απαντήσεων, όπως, παράδειγμα: 1) Θα μπορούσαν τέτοιου τύπου παρεμβάσεις, όπως η Ε.Κ.Ε., θεσμικά κατοχυρωμένες, να αλλάξουν το τοπίο, τόσο σε οικονομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο; 2) Μήπως για να αντιμετωπισθεί η γραφειοκρατία του δημοσίου χρειάζεται μια σειρά από φορείς να αλλάξουν εντελώς θεσμικό στάτους μετατρεπόμενοι σε μη κερδοσκοπικές κοινωνικές εταιρίες; 3) Μήπως για  την ενίσχυση της οικονομίας χρειάζεται σε μόνιμη βάση, η θεσμικά στοχευμένη στήριξη των μικρών καινοτόμων εταιριών; 4) Ποιος θα τολμήσει να καταργήσει την μονιμότητα στο δημόσιο; 5) Ποιος θα εμφυσήσει εμπιστοσύνη στον αυτοαπασχολούμενο ούτως ώστε να αποκτήσει κι αυτός κοινωνική συνείδηση και να δηλώνει τα έσοδά του;

Είναι προφανές ότι αυτού του τύπου τα ερωτήματα, «ξεσηκώνουν πολλές πέτρες» ή κάνουν να ανατριχιάζουν πολλές σπονδυλικές στήλες, οι οποίες όμως για πολλά- πολλά χρόνια τρέφονται απ’ όλο αυτό το αλισβερίσι από τη μια μεριά της βαριεστιμάρας και της διαπλοκής και από την άλλη της ασυδοσίας. Μάλλον λοιπόν χρειάζεται να επιλέξουμε, δημοκρατία ή ιδεολογική επινόηση που αγγίζει τα όρια της φάρσας, και βάζοντας στην άκρη την όποια ιδεολογική «παραζάλη» να θελήσουμε να προχωρήσουμε προς τα μπρος. Διαφορετικά το σίγουρο είναι ότι αποφασίζουμε να βυθιστούμε στην άβυσσο των «χρήσιμων ανόητων».