Visual Browsing
Athens 102.5 Voice
ΤΕΥΧΟΣ 667

Η Ιεράπετρα της Άννας Κουρουπού

Κάτι απόκοσμο, γοητευτικό και άγριο έχει η νότια πλευρά της Κρήτης
  • A-
  • A+
0

Κόντευε να χαθεί το χρυσαφί και μόλις είχε βουτήξει στο πορτοκαλί, όταν ένιωσα τα μάτια μου να κουράζονται από τον ζεστό αέρα, την οδήγηση ωρών κι αυτό το κρυφτό των χρωμάτων, που άγγιζε το μωβ σχεδόν, τώρα που ακουμπούσε ευλαβικά στο βαθύ μπλε και βυθιζόταν ηδονικά, κουρασμένος, να ξαποστάσει για λίγο από το αέναο ταξίδι του. Η πανσιόν με περίμενε με τα σκούρα παραθυρόφυλλα γυρτά και μια συκιά στην αυλή μου ’κλεισε το μάτι. Τα ολόλευκα, λίγο σκληρά σεντόνια, γίναν φόντο στο κατάμαυρο δέρμα μου που απλώθηκε τεντωμένο να ξεμουδιάσει. Τρεις μέρες μόνη στην άκρη του κόσμου. Θα ήμουν 40 και κάτι. Με κερνούσε φιλιά ο χρόνος, δεν με απόπαιρνε. 
 
Είχα ανάγκη να ξεφύγω. Λίγες ώρες τα Χανιά μακριά, κι όμως, άλλος κόσμος. Κάτι απόκοσμο, γοητευτικό και άγριο έχει η νότια πλευρά της Κρήτης. Χρόνια χανόμουν σε απόμερες, στεγνές, απογυμνωμένες γωνιές της, νιώθοντας το παγωμένο βαθύ μπλε του Λυβικού, καθαρτήριο. Με ξύπνησε ένα διστακτικό χτύπημα στην ξύλινη πόρτα και μια γλυκιά φωνή μου πρόταξε να βιαστώ γιατί το καραβάκι φεύγει όπου να ’ναι. Δυο γουλιές καφέ, τη ροζ πάνινη τσάντα στον ώμο και έτρεχα σαν μωρό παιδί με τη λαχτάρα μη και χάσω κάτι πολύτιμο. Το πολύτιμο άγνωστο, η σειρήνα μου. Πέρασε μια ώρα περίπου πολύ γρήγορα, χαμένη σ’ αυτό το μαβί μπλε και κάποιες ματιές στους συνεπιβάτες. Από άλλες χώρες οι περισσότεροι, εκστασιασμένοι σ’ έναν παράδεισο, ίσως και με λίγη αγωνία πού να κρύβεται ο όφις, να ’χουν να νοσταλγούν στις παγωμένες πατρίδες τους. Μας άδειασε σχεδόν στη Χρυσή ο σοβαρός «καπετάνιος» και καθώς απομακρυνόταν ο παράταιρος ήχος της μηχανής από τη βάρκα, είχαμε ήδη χωθεί σε ένα ιδιόμορφο μονοπάτι με άμμο και δέντρα μεγάλα που συναντιόνταν στις κορφές τους ν’ αντέξουν τον ήλιο και τους εισβολείς. Κέδροι. 
 
Η ζέστη άρχισε να χοροπηδά χαρούμενη και με φίλη την άμμο, άρχισαν να μας κοροϊδεύουν που αγκομαχούσαμε κάθε λίγο, έτοιμοι να φωνάξουμε τη γνωστή λέξη σαν άλλοι Μύριοι, φορτωμένοι όχι με όπλα και ασπίδες αλλά σίγουρα με πληγές, που δεν φαίνονταν. Μέσα στο πράσινο βαθύ και το χρυσό το χιλιοπατημένο, ένα άλλο πράσινο χρώμα με ακολουθούσε και όποτε το συναντούσα, όχι τυχαία, εκείνος ο όφις κροτάλιζε πανηγυρικά την ουρά του. Οι βαριές ανάσες έγιναν σιωπές και επιφωνήματα λίγο άναρθρα αλλά σιγανά, πνιγμένα, χαμένα σ’ αυτό που αντικρίσαμε όταν τελείωσε το μονoπάτι και απλωνόταν μπροστά μας ήρεμος με ταραγμένες άκρες, ένας καμβάς γενναιόδωρος και πλασμένος σε όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου, εκεί που συναντούσε το πράσινο γινόταν τυρκουάζ και όταν βαριόταν σμαράγδια άπλωνε και σε καλούσε να σε δροσίσει. Τέτοιες προσκλήσεις δεν τις αψηφάς. Έβγαλα άτσαλα το μακό φόρεμα και δυο στήθη ατίθασα, προκλητικά, σχεδόν επιθετικά ένιωσαν πρώτα την κάψα του ήλιου. Μα εκείνο το βλέμμα λίγο παραδίπλα μ’ έκανε από ντροπή να τρέχω να κρυφτώ στα νερά που μου κόψαν λίγο τη φόρα απ’ την παραπάνω δροσιά τους. Σε λίγα λεπτά ήταν δίπλα μου. Λες κι άρπαξε με την άκρη των δαχτύλων του λίγο απ’ το πράσινο το φωτεινό και τ’ άπλωσε στα μάτια του. 

Μούδιασα ολόκληρη απ’ αυτά που μου λέγαν και, φύσει αντιδραστική, βούτηξα κι άρχισα να κολυμπώ λες και δεν ήξερα πως με δυο απλωτές θα μ’ έφτανε και θ’ άρπαζε τη μέση μου – μια σταλιά σ’ εκείνα τα μελαμψά χέρια. Λόγια πνιγμένα, μισά,  χαμένα σε αλάτι, χείλια και γλώσσες που άλλη μιλιά είχαν, μα όλα τα καταλάβαιναν. Έπεσαν οι απαντήσεις με καθυστέρηση μια και τα σώματα είχαν μεγαλύτερη ανάγκη να μιλήσουν κι είχαν να πουν πολλά. Δεν θυμάμαι όνομα. Απ’ την Περσία ήταν – ούτε καν Ιράν, λες κι ήξερε πως αυτό μια δόση καύλας παραπάνω την έδινε. Λες και δεν το ’ξερε! Δεν ξεκόλλησε το χέρι του απ’ το δικό μου σε όλη την επιστροφή. Με πήγε στα Φέρμα, σ’ ένα μικρό ταβερνάκι με αυλή και για τέντα μια κληματαριά φορτωμένη χυμούς, λες και όλα συνωμοτούσαν στην πληρότητα. Στης Κατερίνας το τραπέζι, γεμάτο με κάθε αγαπημένη κρητική μυρωδιά, μας σέρβιρε ένας ευγενικός κύριος, διακόπτοντας τη γνώση που έπαιρνα για μια χώρα που δεν γνώριζα πολλά, από δυο χείλη κατακόκκινα απ’ την αλμύρα και τα δόντια μου. Εκείνο το πράσινο στα μάτια γινόταν φουρτουνιασμένο μπλε και ξανά ηρεμούσε και στο χάσιμο του αφρού, στις άκρες, έβλεπα άλλα πράγματα, μη ειπωμένα. 
 
Τρεις μέρες έζησα μια κόλαση παραδεισένια ανάμεσα σε σκληρά λευκά σεντόνια που γίνονταν μούσκεμα και σε όνειρα που έβλεπα ξύπνια, γερμένη γατούλα, εγώ το αγρίμι, σε στήθος απαλό και σκληρό. Τον πήρα μαζί μου –σαν απόκτημα;– ως τα Χανιά και κάπου στο παλιό λιμάνι, στις βαριές αλυσίδες, τον απολάμβανα να χάνεται στα πολύχρωμα ρούχα που περνούσαν όλο και πιο πυκνά, με μια γλυκιά απογοήτευση, γιατί ποιoς δεν θέλει λίγη ευτυχία ακόμη; 

Υ.Γ. Λίγο πριν βγούμε απ’ την Ιεράπετρα σταματήσαμε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί, Grant Baazar το έλεγαν, γιατί περίμενα στ’ αμάξι και σκεφτόμουν ηλιθιωδώς, πόσο Grant είναι ένα μαγαζί στους Καθαράδες της Ιεράπετρας; Μου έβαλε στο λαιμό μια λεπτή αλυσίδα που στο κέντρο της κρεμόταν μια πέτρα αμέθυστου, περικυκλωμένη σε ασημί σύρμα. Μα δεν του είπα καν ότι είναι το τυχερό μου πετράδι. Ακόμη το έχω και θυμάμαι μειδιώντας στη σκέψη μου για τους αλλοδαπούς που έκανα στο καραβάκι. Έχουμε κι εμείς κρύες νύχτες το χειμώνα, να τσαλαβουτάμε στη νοσταλγία. 

* Η Α.Κ. είναι συγγραφέας-αρθρογράφος. 

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5