19384-42931.jpg
Μυθιστορημα

H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

μετ.: Φ. Βλαχοπούλου


της Σταυρούλας Παπασπύρου

Ορισμένες εικόνες εντυπώνονται τόσο βαθειά που δεν ξεθωριάζουν με τίποτα... Από μιά τέτοια πυροδοτήθηκε και το βιβλίο του Ζαν-Μισέλ Γκενασιά "Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων", ένα από τα πιό απολαυστικά και χορταστικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό. Μαθητής ακόμη -έχει περάσει έκτοτε μισός αιώνας- ο Γκενασιά έτυχε να δεί τον Ζαν- Πολ Σαρτρ και τον Ζοζέφ Κεσέλ να παίζουν σκάκι στην πίσω αίθουσα ενός ντουμανισμένου απ΄τους καπνούς παρισινού μπιστρό, και ν' αστειεύονται μεταξύ τους σαν γυμνασιόπαιδα. Τους ήξερε από την τηλεόραση, ήταν διάσημοι. Τι θα μπορούσε όμως να κάνει τον κατ΄εξοχήν φιλόσοφο του υπαρξισμού και τον συγγραφέα της "Ωραίας της ημέρας" να λύνονται στα γέλια; Και ποιοί να 'ταν όλοι εκείνοι οι άντρες γύρω τους που διασκέδαζαν με τις ισχές τους επιδόσεις στη σκακιέρα, κρυμμένοι κι αυτοί πίσω από την κουρτίνα που χώριζε το μαζαγί στα δυό;

Ενας μαθητής, ονόματι Μισέλ Μαρινί, κρατά το ρόλο του αφηγητή και στη "Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων". Το alter ego του Γκενασιά, εν έτει 1959, είναι ένας συστηματικός κοπανατζής από το φημισμένο γυμνάσιο Henri IV αλλά και φανατικός βιβλιοφάγος -τον συναντάμε στη φάση που έχει ανακαλύψει τον Καζανζάκη- ο οποίος καταφεύγει κάθε λίγο και λιγάκι στο "Balto" της πλατείας Ντανφέρ Ροσφό, σε άψογη φόρμα γιά μιά, και δυό, και τρείς παρτίδες ποδοσφαιράκι, μακριά απ΄τις σκοτούρες του σχολείου και του σπιτιού. Ομως τ' ομώνυμο μπιστρό λειτουργεί σαν στέκι και γι' άλλους. Αποτελεί την έδρα μιάς παρέας σκακιστών, τα μέλη της οποίας είναι πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες -Ούγγροι, Ρουμάνοι, Ανατολικογερμανοί, Πολωνοί, Σοβιετικοί, Τσεχοσλοβάκοι. Αντρες σαν φαντάσματα, παρίες χωρίς φράγκο και με πτυχία που δεν αναγνωρίζονται στη Δύση, ξεκομμένοι οριστικά από γυναίκα και παιδιά, με μοναδική τους έγνοια την επιβίωση. Αντρες που ο Σαρτρ φροντίζει να τους χαρτζιλικώνει συχνά πυκνά, όπως πληροφορείται ο πιτσιρικάς.

Αλλοι έχουν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους υπό δραματικές συνθήκες, άλλοι με πρόσχημα μιά διπλωματική αποστολή ή ένα επιχειρηματικό ταξίδι. Κάποιοι είχαν υπάρξει κομμουνιστές "μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής τους", μέχρι που ανακάλυψαν "πόσο φρικτό ήταν το σύστημα και ότι είχαν πιαστεί στη δική του παγίδα". Ορισμένοι παραμένουν κομμουνιστές κι ας λογαριάζονται τώρα ως αποστάτες απ' το κόμμα, ενώ ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσά τους, ως προς τον φανατισμό, την κυκλοθυμία και την ευθιξία του, είναι ο Γρηγόρης Πέτρουλας, φυγάς από την μετεμφυλιακή Ελλάδα, "επικηρυγμένος από εξτρεμιστές φιλοβασιλικούς". Ολοι τους έχουν συμφωνήσει πως επί γαλλικού εδάφους, στα γαλλικά θα συννενοούνται. Οταν όμως στις συζητήσεις τους αναβιώνουν παλιά πάθη, ανταγωνισμοί και μίση, ξεμένουν από λεξιλόγιο. Κι όσο ο Μαρινί ανακατεύεται μαζί τους, παίρνει μαθήματα που θα τον συντροφεύουν μιά ζωή...

Τον συγγραφέα Γκενασιά δεν τον αγνοούσαμε μόνο εμείς, ήταν άγνωστος και στους Γάλλους, μολονότι το ΄86 είχε δημοσιεύσει ένα νουάρ γιά το οποίο μάλιστα είχε βραβευτεί. Γεννημένος στο Αλγέρι τo 1950 και δικηγόρος στο επάγγελμα, απουσίαζε έκτοτε από το λογοτεχνικό προσκήνιο. Με το που επανεμφανίστηκε όμως, σημειώσε ένα από τα εκδοτικά γεγονότα του 2009. Με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 200.000 αντίτυπα η "Λέσχη..." του τιμήθηκε με το Γκονκούρ που δίνουν οι μαθητές λυκείου στη Γαλλία, κι εγκωμιάστηκε σαν ένα λαϊκό μυθιστόρημα "με την ευγενέστερη έννοια του όρου", που διαφυλάσσει τα συναισθήματα χωρίς να γλιστράει ποτέ στον διδακτισμό.

Πράγματι, ο γαλλοαλγερινός συγγραφέας χτύπησε φλέβα. Γιατί, παρ' ότι επικεντρώνεται στην προδοσία των ιδανικών και στα δράματα που προκάλεσαν οι κυρίαρχες ιδεολογίες στον 20ό αιώνα, μοιράζει σοφά τις επτακόσιες σελίδες του βιβλίου ανάμεσα στις πικρές εμπειρίες των θαμώνων του "Balto" και στην -όχι και τόσο ανέμελη καθημερινότητα- του νεαρού ήρωα. Κι όπως διατηρεί αμείωτο το σασπένς, κρατώντας σαν επτασφράγιστο μυστικό γιατί απαγορεύεται δια ροπάλου σ' έναν ρακένδυτο, καλλιεργημένο Ρώσο, να πατήσει το πόδι του στη λέσχη, ο Γκενασιά δεν σταματά στιγμή να παρακολουθεί τον Μαρινί καθώς μεγαλώνει στη Γαλλία του Ντε Γκώλ και του πολέμου της Αλγερίας, ανακαλώντας έτσι διλήμματα και καταστάσεις που σημάδεψαν μιά ολόκληρη γενιά.

Την ώρα που ο δωδεκάχρονος Μαρινί ανακαλύπτει το ροκ'ν' ρολ, τον έρωτα, τη νουβέλ βάγκ ή την τέχνη της φωτογραφίας και μυείται μέσα από τις αφηγήσεις των "αθεράπευτα αισιόδοξων" στις θηριωδίες του σταλινισμού, ο γάμος των γονιών του διαλύεται από αγεφύρωτες ταξικές ανατιθέσεις και ο μεγάλος του αδελφός λιποτακτεί από το αλγερινό μέτωπο, έχοντας προηγουμένως στείλει επιστολές σαν κι αυτή: "Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα...Εγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτε δεν αλλάζει. Οι πλούσιοι παραμένουν πλούσιοι και οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί...Οσο δεν κάνουμε μιά νέα επανάσταση και δεν καρατομούμε αυτούς που έχουν σφετεριστεί την οικονομική εξουσία, θα 'μαστε απλώς όλο λόγια...". Το μυθιστόρημα του Γκενασιά ολοκληρώνεται νωρίτερα, αλλά ο Μάης του ΄68 δεν είναι μακριά...